Η συνάντηση Αμερικανών και Ουκρανών αξιωματούχων στο Μαϊάμι, η οποία είχε προγραμματιστεί για να εξεταστεί μια πιθανή ενεργειακή εκεχειρία με τη Ρωσία, κατέληξε σε σοβαρή διπλωματική κρίση. Σύμφωνα με την Kyiv Independent, η ουκρανική αντιπροσωπεία ενημερώθηκε κατά τη διάρκεια των συνομιλιών ότι ο Ντόναλντ Τραμπ προσανατολιζόταν στην άρση κυρώσεων που επηρέαζαν τις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ.
Η είδηση φέρεται να προκάλεσε έκπληξη στους Ουκρανούς διαπραγματευτές, οι οποίοι είχαν ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες με διαφορετική ατζέντα. Στόχος τους ήταν να συζητήσουν περιορισμούς στις επιθέσεις κατά ενεργειακών υποδομών και μια πιθανή ξεχωριστή συμφωνία για την παύση των εχθροπραξιών στη Μαύρη Θάλασσα.
Αντί για μια αμοιβαία δέσμευση μεταξύ Μόσχας και Κιέβου, η Ουκρανία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια απόφαση που, σύμφωνα με Ουκρανούς αξιωματούχους, θα μπορούσε να προσφέρει στη Ρωσία πρόσθετα έσοδα για τη χρηματοδότηση του πολέμου. Παράλληλα, το Κίεβο εξέφρασε ανησυχίες ότι θα έχανε ένα σημαντικό μέσο πίεσης απέναντι στη Μόσχα.
Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, οι Αμερικανοί απεσταλμένοι Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ ενημέρωσαν την ουκρανική πλευρά για τις προθέσεις της Ουάσιγκτον. Ανώτερος Ουκρανός αξιωματούχος φέρεται να δήλωσε ότι στη συνάντηση συμμετείχε και ευρωπαϊκή αντιπροσωπεία, υποστηρίζοντας πως οι παρευρισκόμενοι αιφνιδιάστηκαν από την εξέλιξη.
Η αμερικανική πλευρά ζητούσε από την Ουκρανία να περιορίσει τις επιθέσεις εναντίον ρωσικών ενεργειακών στόχων, την ώρα που η Μόσχα θα αποκτούσε μια οικονομική ανάσα μέσω της διευκόλυνσης των εξαγωγών καυσίμων. Για το Κίεβο, το βασικό ερώτημα ήταν ποια ανταλλάγματα θα εξασφάλιζε η Ουκρανία, καθώς δεν υπήρχε σαφής δέσμευση ότι η Ρωσία θα σταματούσε αντίστοιχα τις επιθέσεις στις ουκρανικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Οι συνομιλίες φέρεται να διαταράχθηκαν περαιτέρω μετά την ανακοίνωση του Τραμπ ότι, έπειτα από τηλεφωνική επικοινωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, η Ρωσία συμφώνησε να διαθέσει εκατομμύρια τόνους ντίζελ στη διεθνή αγορά. Ουκρανοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι το Κίεβο δεν είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για τις λεπτομέρειες της συμφωνίας, παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε αναγνωρίσει πως η Ουάσιγκτον εξέταζε σχετική συνεννόηση με τη Μόσχα.
Ο Ζελένσκι άσκησε δημόσια κριτική στην εξέλιξη, συνδέοντας την ανακοίνωση για την άρση των περιορισμών στις εξαγωγές ντίζελ με ρωσική επίθεση στη Ζαπορίζια. Με αιχμηρή δήλωσή του, υποστήριξε ότι η Ρωσία απάντησε στις παραχωρήσεις της Ουάσιγκτον με βομβαρδισμό κατοικημένων περιοχών.
Η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε όταν ο Τραμπ απάντησε με σκληρό τρόπο στις δηλώσεις του Ουκρανού προέδρου, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Ουκρανία χρειάζεται νέα πολιτική ηγεσία. Οι δημόσιες τοποθετήσεις των δύο πλευρών ανέδειξαν το βάθος της έντασης στις σχέσεις Ουάσιγκτον–Κιέβου και τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους ως προς τον τρόπο άσκησης πίεσης στη Ρωσία.
Η υπόθεση καταδεικνύει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, πόσο εύθραυστες παραμένουν οι διαπραγματεύσεις για μια ενεργειακή ή ευρύτερη εκεχειρία. Για την Ουκρανία, οποιαδήποτε συμφωνία που ενισχύει τα ρωσικά έσοδα χωρίς αντίστοιχες και επαληθεύσιμες υποχρεώσεις της Μόσχας θεωρείται ότι μπορεί να αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική της θέση και να παρατείνει την πολεμική προσπάθεια.