GR FR DE ES EN
22.4 C
Athens

Εφημερίδα - Ανθρώπινα Νέα ©

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου, 2021

Προστασία

Διαβάστε ακόμη

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση αυτών των αξιών, το άρθρο 7 ΣΕΕ προβλέπει μηχανισμό της ΕΕ για τον προσδιορισμό της ύπαρξης και ενδεχομένως επιβολής κυρώσεων σοβαρών και επίμονων παραβιάσεων των αξιών της ΕΕ από ένα κράτος μέλος και ενεργοποιήθηκε πρόσφατα για πρώτη φορά σε σχέση με την Πολωνία και την Ουγγαρία. Η ΕΕ δεσμεύεται επίσης από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και δεσμεύεται να προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Μετά την εμφάνιση απειλών κατά των αξιών της ΕΕ σε ορισμένα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ ενισχύουν την εργαλειοθήκη τους για την αντιμετώπιση της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης και την προστασία της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, των θεμελιωδών δικαιωμάτων, της ισότητας και της προστασίας των μειονοτήτων σε ολόκληρη την Ένωση.

Από τη δικαστική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων έως την κωδικοποίηση των Συνθηκών

Οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες (ΕΚ) (νυν Ευρωπαϊκή Ένωση) δημιουργήθηκαν αρχικά ως διεθνής οργανισμός με ουσιαστικά οικονομικό πεδίο δράσης. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε ανάγκη για ρητούς κανόνες σχετικά με τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι οποίοι για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν αναφέρονται στις Συνθήκες, και ούτως ή άλλως θεωρήθηκαν εγγυημένοι από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1950 για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), στην οποία είχαν υπογράψει τα κράτη μέλη.

Ωστόσο, από τη στιγμή που το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) είχε επιβεβαιώσει τις αρχές του άμεσου αποτελέσματος και της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου, αρνήθηκε όμως να εξετάσει το συμβιβάσιμο των αποφάσεων με το εθνικό και συνταγματικό δίκαιο των κρατών μελών(υπόθεση Stork, υπόθεση 1/58· Ruhrkohlen-Verkaufsgesellschaft, προσχώρησε στις υποθέσεις 36, 37, 38-59 και 40-59), ορισμένα εθνικά δικαστήρια άρχισαν να εκφράζουν ανησυχίες σχετικά με τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια νομολογία στην προστασία συνταγματικών αξιών όπως τα θεμελιώδη δικαιώματα. Εάν το ευρωπαϊκό δίκαιο επικρατούσε ακόμη και επί του εσωτερικού συνταγματικού δικαίου, θα μπορούσε να παραβιάσει τα θεμελιώδη δικαιώματα. Για την αντιμετώπιση αυτού του θεωρητικού κινδύνου, το 1974 τα συνταγματικά δικαστήρια της Γερμανίας και της Ιταλίας εξέθεσαν έκαστα μια απόφαση με την οποία διεκδικούσαν την εξουσία τους να ελέγχουν το ευρωπαϊκό δίκαιο προκειμένου να διασφαλίσουν τη συνοχή του με τα συνταγματικά δικαιώματα (Solange I· Ο Frontini). Αυτό οδήγησε το ΔΕΕ να επιβεβαιώσει, μέσω της νομολογίας του, την αρχή του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, δηλώνοντας ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα κατοχυρώνονται στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου που προστατεύονται από το Δικαστήριο (υπόθεση Stauder, υπόθεση 29-69). Αυτές εμπνέονται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών(internationale Handelsgesellschaft, υπόθεση 11-70) και από τις διεθνείς συνθήκες για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη τα κράτη μέλη(υπόθεση Nold, υπόθεση 4-73), μία εκ των οποίων είναι η ΕΣΔΑ (Rutili, υπόθεση 36-75).

Με την προοδευτική επέκταση των αρμοδιοτήτων της ΕΕ σε πολιτικές που έχουν άμεσο αντίκτυπο στα θεμελιώδη δικαιώματα -όπως η δικαιοσύνη και οι εσωτερικές υποθέσεις (ΔΕΥ), οι οποίες στη συνέχεια εξελίχθηκαν σε έναν ολοκληρωμένο χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης (AFSJ) – οι Συνθήκες άλλαξαν προκειμένου να εδραιωθεί σταθερά η ΕΕ στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ περιελάμβανε αναφορά στην ΕΣΔΑ και στις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών ως γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, ενώ η Συνθήκη του Άμστερνταμ επιβεβαίωσε τις ευρωπαϊκές «αρχές» στις οποίες βασίζεται η ΕΕ (στη Συνθήκη της Λισαβόνας, «αξίες» όπως απαριθμούνται στο άρθρο 2 ΣΕΕ) και δημιούργησε διαδικασία αναστολής των δικαιωμάτων που προβλέπονται από τις Συνθήκες σε περιπτώσεις σοβαρών και επίμονων παραβιάσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων από κράτος μέλος. ” σύνταξη του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και η έναρξη ισχύος του από κοινού με τη Συνθήκη της Λισαβόνας είναι οι τελευταίες εξελίξεις σε αυτή τη διαδικασία κωδικοποίησης που αποσκοπούν στη διασφάλιση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ΕΕ.

Προσχώρηση της ΕΕ στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ)

Δεδομένου ότι η ΕΣΔΑ αποτελεί το κύριο μέσο για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρώπη, στο οποίο έχουν προσχωρήσει όλα τα κράτη μέλη, η προσχώρηση της ΕΚ στην ΕΣΔΑ φάνηκε ως λογική λύση στην ανάγκη σύνδεσης της ΕΚ με τις υποχρεώσεις για τα θεμελιώδη δικαιώματα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε επανειλημμένα (το 1979, το 1990 και το 1993) την προσχώρηση της ΕΚ στην ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο, ζητώντας τη γνώμη του επί του θέματος, διαπίστωσε το 1996, στη γνώμη 2/94,ότι η Συνθήκη δεν προέβλεπε αρμοδιότητα της ΕΚ να θεσπίζει κανόνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα ή να συνάπτει διεθνείς συμβάσεις στον τομέα αυτό, καθιστώντας νομικά αδύνατη την προσχώρηση. Η Συνθήκη της Λισαβόνας άρθωσε την κατάσταση αυτή εισάγοντας το άρθρο 6 παράγραφος 2, το οποίο κατέστησε υποχρεωτική την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ. Αυτό σήμαινε ότι η ΕΕ (όπως συνέβαινε ήδη με τα κράτη μέλη της) θα υπόκειται, όσον αφορά τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, σε έλεγχο από νομικό όργανο εκτός του εαυτού της, δηλαδή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ). Μετά την προσχώρηση, οι πολίτες της ΕΕ, αλλά και οι υπήκοοι τρίτων χωρών που είναι παρόντες στο έδαφος της ΕΕ, θα μπορούν να αμφισβητούν νομικές πράξεις που εκδίδονται από την ΕΕ απευθείας ενώπιον του ΕΔΔΑ βάσει των διατάξεων της ΕΣΔΑ, κατά τον ίδιο τρόπο που μπορούν να αμφισβητήσουν νομικές πράξεις που εκδίδονται από τα κράτη μέλη της ΕΕ.

Το 2010, αμέσως μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, η ΕΕ άρχισε διαπραγματεύσεις με το Συμβούλιο της Ευρώπης σχετικά με σχέδιο συμφωνίας προσχώρησης, το οποίο οριστικοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2013. Τον Ιούλιο του 2013, η Επιτροπή ζήτησε από το ΔΕΕ να αποφανθεί σχετικά με το συμβιβάσιμο της παρούσας συμφωνίας με τις Συνθήκες. Στις 18 Δεκεμβρίου 2014, το ΔΕΕ εξέδωσε αρνητική γνώμη σύμφωνα με την οποία το σχέδιο συμφωνίας ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την αυτονομία του δικαίου της ΕΕ (γνωμοδότηση 2/13). Μετά από μια περίοδο προβληματισμού και συζητήσεων σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των ζητημάτων που έθεσε το ΔΕΕ, η ΕΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης επανέλαβαν τις διαπραγματεύσεις το 2019 και βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις.

Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ

Παράλληλα με τον «εξωτερικό» μηχανισμό ελέγχου που προβλέπεται από την προσχώρηση της ΕΚ στην ΕΣΔΑ για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της νομοθεσίας και των πολιτικών με τα θεμελιώδη δικαιώματα, απαιτείται ένας «εσωτερικός» μηχανισμός ελέγχου σε επίπεδο ΕΚ, ώστε να καταστεί δυνατή η διενέργεια προκαταρκτικού και αυτόνομου δικαστικού ελέγχου από το ΔΕΕ. Για να συμβεί αυτό, η ύπαρξη ενός νομοσχεδίου για τα δικαιώματα που αφορούν ειδικά την ΕΕ ήταν απαραίτητη, και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κολωνίας το 1999 αποφασίστηκε η σύγκουση μιας Σύμβασης για τη σύνταξη ενός Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

Ο Χάρτης διακηρύχθηκε επισήμως από το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στη Νίκαια το 2000. Μετά την τροποποίησή της, ανακηρύχθηκε ξανά το 2007. Ωστόσο, μόνο με την έγκριση της Συνθήκης της Λισαβόνας την 1η Δεκεμβρίου 2009 τέθηκε σε άμεση ισχύ ο Χάρτης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 ΣΕΕ, καθιστώντας έτσι δεσμευτική πηγή πρωτογενούς δικαίου.

Ο Χάρτης, μολονότι βασίζεται στην ΕΣΔΑ και σε άλλα ευρωπαϊκά και διεθνή μέσα, ήταν καινοτόμος με διάφορους τρόπους, ιδίως επειδή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την αναπηρία, την ηλικία και τον γενετήσιο προσανατολισμό ως απαγορευμένους λόγους διακρίσεων και κατοχυρώνει την πρόσβαση στα έγγραφα, την προστασία των δεδομένων και τη χρηστή διοίκηση μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων που επιβεβαιώνει.

Μολονότι το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη είναι, αφενός, δυνητικά πολύ ευρύ, δεδομένου ότι τα περισσότερα από τα δικαιώματα που αναγνωρίζει χορηγούνται σε «όλους», ανεξαρτήτως ιθαγένειας ή καθεστώτος, το άρθρο 51 περιορίζει, αφετέρου, την εφαρμογή του στα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και, όταν ενεργούν για την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, στα κράτη μέλη.

Άρθρο 7 ΣΕΕ, πλαίσιο της Επιτροπής για το κράτος δικαίου και ετήσιες εκθέσεις
Με τη Συνθήκη του Αμστερνταμ δημιουργήθηκε ένας νέος μηχανισμός κυρώσεων για να διασφαλιστεί ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα, καθώς και άλλες ευρωπαϊκές αρχές και αξίες όπως η δημοκρατία, το κράτος δικαίου, η ισότητα και η προστασία των μειονοτήτων γίνονται σεβαστά από τα κράτη μέλη της ΕΕ πέρα από τα νομικά όρια που θέτουν οι αρμοδιότητες της ΕΕ. Αυτό σήμαινε ότι η ΕΕ είχε την εξουσία να παρεμβαίνει σε τομείς που διαφορετικά αφέθηκε στα κράτη μέλη, σε περιπτώσεις «σοβαρής και επίμονης παραβίασης» αυτών των αξιών. Παρόμοιος μηχανισμός είχε προταθεί για πρώτη φορά από το Κοινοβούλιο στο σχέδιο κειμένου της Συνθήκης της ΕΕ του 1984. Η Συνθήκη της Νίκαιας πρόσθεσε μια προληπτική φάση, σε περιπτώσεις «σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης» των αξιών της ΕΕ σε ένα κράτος μέλος. Η διαδικασία αυτή αποσκοπούσε στο να διασφαλίσει ότι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθώς και της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, όπως περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσχώρησης νέων κρατών μελών στην Κοπεγχάγη, θα παραμείνει σε ισχύ και μετά την προσχώρηση, καθώς και για όλα τα κράτη μέλη με τον ίδιο τρόπο.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 ΣΕΕ προβλέπει μια «προληπτική φάση», η οποία εξουσιοδοτεί το ένα τρίτο των κρατών μελών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής να κινήσουν διαδικασία με την οποία το Συμβούλιο μπορεί να καθορίσει με πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτου την ύπαρξη «σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης» σε κράτος μέλος των αξιών της ΕΕ που διακηρύσσονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, που περιλαμβάνουν τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας και της ισότητας και των δικαιωμάτων των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες. Πριν προχωρήσουμε σε μια τέτοια απόφαση, πρέπει να διεξαχθεί ακρόαση του εν λόγω κράτους μέλους και να γίνουν συστάσεις προς το εν λόγω κράτος μέλος, ενώ το Κοινοβούλιο πρέπει να δώσει τη συγκατάθεσή του με πλειοψηφία δύο τρίτων των ψηφισάντων και απόλυτη πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν (άρθρο 354 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ). Αυτή η διαδικασία, η οποία είναι προληπτική, ενεργοποιήθηκε πρόσφατα από την Επιτροπή σε σχέση με την Πολωνία και από το Κοινοβούλιο σε σχέση με την Ουγγαρία, αλλά παραμένει μπλοκαρισμένη στο Συμβούλιο, όπου πραγματοποιήθηκαν λίγες ακροάσεις και δεν εγκρίθηκε καμία σύσταση -πόσο μάλλον αποφάσεις). Επιπλέον, το Κοινοβούλιο στερήθηκε το δικαίωμα να παρουσιάσει τη θέση του στις ακροάσεις του Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένης της Ουγγαρίας, παρά τον ρόλο του ως εμπνευστή της διαδικασίας.

Το άρθρο 7 παράγραφοι 2 και 7 παράγραφος 3 ΣΕΕ προβλέπει, σε περίπτωση «ύπαρξης σοβαρής και επίμονης παραβίασης» των αξιών της ΕΕ, έναν «μηχανισμό επιβολής κυρώσεων» που μπορεί να ενεργοποιηθεί από την Επιτροπή ή από το ένα τρίτο των κρατών μελών (όχι από το Κοινοβούλιο), μετά την πρόσκληση του εν λόγω κράτους μέλους να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καθορίζει την ύπαρξη της παραβίασης με ομοφωνία, αφού λάβει τη συγκατάθεση του Κοινοβουλίου με την ίδια πλειοψηφία όπως και για τον προληπτικό μηχανισμό. Το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να αναστείλει ορισμένα δικαιώματα συμμετοχής του εν λόγω κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων ψήφου στο Συμβούλιο, αυτή τη φορά με ειδική πλειοψηφία. Το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει τις κυρώσεις, και πάλι με ειδική πλειοψηφία. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν συμμετέχει στις ψηφοφορίες του Συμβουλίου ή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Ο καθορισμός και η έγκριση των κυρώσεων εξακολουθούν να είναι δύσκολο να επιτευχθούν, λόγω της απαίτησης ομοφωνίας, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις της Ουγγαρίας και της Πολωνίας ανακοίνωσαν ότι θα ασκήσει βέτο σε οποιεσδήποτε τέτοιες αποφάσεις αφορούν το άλλο κράτος μέλος.

Προκειμένου να καλυφθεί το κενό μεταξύ της πολιτικά δύσκολης ενεργοποίησης των διαδικασιών του άρθρου 7 ΣΕΕ (που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση καταστάσεων εκτός των αρμοδιοτήτων του δικαίου της ΕΕ) και των διαδικασιών επί παραβάσει με περιορισμένη ισχύ (που χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένες καταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ), η Επιτροπή, το 2014, δρομολόγησε ένα πλαίσιο της ΕΕ για την ενίσχυση του κράτους δικαίου. Το πλαίσιο αυτό αποσκοπούσε στην προσπάθεια διασφάλισης αποτελεσματικής και συνεκτικής προστασίας του κράτους δικαίου, ως προϋπόθεση για τη διασφάλιση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της δημοκρατίας σε καταστάσεις συστημικής απειλής για αυτά. Με σκοπό να προηγηθεί και να συμπληρώσει το άρθρο 7 ΣΕΕ, προβλέπει τρία στάδια: αξιολόγηση της Επιτροπής, δηλαδή διαρθρωμένο διάλογο μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους, ακολουθούμενο, εάν χρειάζεται, από γνωμοδότηση κράτους δικαίου· σύσταση της Επιτροπής για το κράτος δικαίου· και παρακολούθηση από το κράτος μέλος της σύστασης. Το πλαίσιο αυτό εφαρμόστηκε στην Πολωνία και δόθηκε συνέχεια, λόγω έλλειψης επιτυχίας, στην απόφαση της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία του άρθρου 7.

Τον Ιούλιο του 2019, η Επιτροπή έκανε ένα ακόμη βήμα προόδου στην ανακοίνωσή της με τίτλο«Ενίσχυση του κράτους δικαίου εντός της Ένωσης: σχέδιο δράσης»και δρομολόγησε έναν μηχανισμό αναθεώρησης του κράτους δικαίου, ο οποίος περιλαμβάνει ετήσιο κύκλο επανεξέτασης βάσει έκθεσης για το κράτος δικαίου που παρακολουθεί την κατάσταση στα κράτη μέλη, η οποία αποτελεί τη βάση του διοργανικού διαλόγου. Η πρώτη τέτοια έκθεση δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2020, συνοδευόμενη από 27 κεφάλαια χωρών, τα οποία καλύπτουν το δικαστικό σύστημα (και ιδίως την ανεξαρτησία, την ποιότητα και την αποτελεσματικότητά του), το πλαίσιο κατά της διαφθοράς (νομική και θεσμική ρύθμιση, πρόληψη, κατασταλτικά μέτρα), τον πλουραλισμό των μέσων ενημέρωσης (ρυθμιστικά όργανα, διαφάνεια της ιδιοκτησίας και της κυβερνητικής παρέμβασης, προστασία των δημοσιογράφων) και άλλα θεσμικά ζητήματα που σχετίζονται με τους ελέγχους και τις ισορροπίες (νομοθετική διαδικασία, ανεξάρτητες αρχές, προσβασιμότητα, δικαστικός έλεγχος, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών). ” έκθεση ενισχύει σημαντικά την παρακολούθηση της ΕΕ, περιλαμβάνοντας, σε σύγκριση με τον πίνακα αποτελεσμάτων της ΕΕ για τη δικαιοσύνη και άλλα μέσα παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων, όχι μόνο την αστική αλλά και την ποινική και διοικητική δικαιοσύνη, αντιμετωπίζοντας τη δικαστική ανεξαρτησία, τη διαφθορά, τον πλουραλισμό των μέσων ενημέρωσης, τη διάκριση των εξουσιών και τον χώρο της κοινωνίας των πολιτών. Δημιουργήθηκε ένα δίκτυο εθνικών σημείων επαφής για τη συλλογή πληροφοριών και τη διασφάλιση του διαλόγου με τα κράτη μέλη και προωθήθηκε διάλογος με τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των οργάνων του Συμβουλίου της Ευρώπης, του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), των δικαστικών δικτύων και των ΜΚΟ. Η επόμενη ετήσια έκθεση θα δημοσιευθεί τον Ιούνιο του 2021.

Άλλα μέσα για την προστασία των αξιών της ΕΕ

Η ΕΕ έχει στη διάθεσή της άλλα μέσα με στόχο την προστασία των αξιών της ΕΕ.

Όταν προτείνει μια νέα νομοθετική πρωτοβουλία, η Επιτροπή εξετάζει τη συμβατότητά της με τα θεμελιώδη δικαιώματα με την εκτίμηση επιπτώσεων, μια πτυχή η οποία εξετάζεται επίσης στη συνέχεια από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο.

Επιπλέον, η Επιτροπή δημοσιεύει ετήσια έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, η οποία εξετάζεται και συζητείται από το Συμβούλιο, το οποίο εγκρίνει συμπεράσματα σχετικά με αυτό, και από το Κοινοβούλιο, στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής του σχετικά με την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ΕΕ. Τον Δεκέμβριο του 2020, η Επιτροπή δρομολόγησε μια νέα στρατηγική για την ενίσχυση της εφαρμογής του Χάρτη στην ΕΕ, μεταξύ των οποίων και σε σχέση με τα κονδύλια της ΕΕ, μέσω της «προϋπόθεσης ενεργοποίησης».

Από το 2014, το Συμβούλιο διεξήγαγε επίσης ετήσιο διάλογο μεταξύ όλων των κρατών μελών στο πλαίσιο του Συμβουλίου για την προώθηση και τη διασφάλιση του κράτους δικαίου, εστιάζοντας σε ένα διαφορετικό θέμα κάθε χρόνο. Από το δεύτερο εξάμηνο του 2020, το Συμβούλιο αποφάσισε να επικεντρωθεί στην εξέταση της κατάστασης του κράτους δικαίου σε πέντε κράτη μέλη κάθε εξάμηνο, βάσει της έκθεσης της Επιτροπής για το κράτος δικαίου.

Επιπλέον, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, τα ζητήματα που σχετίζονται με τις αξίες της ΕΕ παρακολουθούνται και μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ειδικών ανά χώρα συστάσεων. Οι εν λόγω τομείς περιλαμβάνουν τα συστήματα δικαιοσύνης (βάσει του πίνακα αποτελεσμάτων για τη δικαιοσύνη), καθώς και την αναπηρία, τα κοινωνικά δικαιώματα και τα δικαιώματα των πολιτών (σε σχέση με την προστασία από το οργανωμένο έγκλημα και τη διαφθορά).

Η Βουλγαρία και η Ρουμανία υπόκεινται επίσης στον μηχανισμό συνεργασίας και επαλήθευσης, ο οποίος περιέχει πτυχές που σχετίζονται με τις αξίες της ΕΕ.

Οι διαδικασίες επί παραβάσει αποτελούν σημαντικό μέσο για την επιβολή κυρώσεων για παραβιάσεις των αξιών της ΕΕ στην Ένωση, και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναπτύσσει τη νομολογία του επί του θέματος. Οι παραβάσεις μπορούν να εξαπολύονται σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης εθνικού δικαίου με το δίκαιο της ΕΕ και τις αξίες της ΕΕ σε μεμονωμένες και ειδικές περιπτώσεις (ενώ το άρθρο 7 εφαρμόζεται σε καταστάσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ και στις οποίες οι παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι συστηματικές και επίμονες).

Ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (FRA),ο οποίος ιδρύθηκε το 2007 στη Βιέννη, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην παρακολούθηση της κατάστασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ΕΕ. Ο FRA είναι επιφορτισμένος με τη συλλογή, ανάλυση, διάδοση και αξιολόγηση πληροφοριών και δεδομένων που σχετίζονται με τα θεμελιώδη δικαιώματα. Διεξάγει επίσης ερευνητικές και επιστημονικές έρευνες και δημοσιεύει ετήσιες και θεματικές εκθέσεις για τα θεμελιώδη δικαιώματα. Μια πρόταση τροποποίησης του κανονισμού για την ίδρυση του FRA εμποδίζεται επί του παρόντος στο Συμβούλιο μετά από βέτο από την ουγγρική κυβέρνηση.

Η Επιτροπή ενισχύει επίσης την ισότητα και την προστασία των μειονοτήτων –δύο από τους πυλώνες του άρθρου 2 ΣΕΕ– μέσω ειδικών στρατηγικών, προτάσεων και δράσεων για την προώθηση της ισότητας των φύλων, την καταπολέμηση του ρατσισμού και την προστασία των δικαιωμάτων των ΛΟΑΔΜ, των ατόμων με αναπηρία και των Ρομά στο πλαίσιο της γενικής έννοιας «Ένωση ισότητας».

Μετά από ένα μπλοκάρισμα που προκλήθηκε από τα βέτο των κυβερνήσεων της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, επιτεύχθηκε τελικά συμφωνία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 10ης-11ης Δεκεμβρίου 2020 σχετικά με κανονισμό σχετικά με ένα γενικό καθεστώς προϋποθέσεων για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης. Ο κανονισμός καθιστά δυνατή την προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ όταν διαπιστώνεται ότι οι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν σοβαρά την ορθή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της ΕΕ ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ με επαρκώς άμεσο τρόπο. Στο ΔΕΕ εκκρεμεί προσφυγή της ουγγρικής και της πολωνικής κυβέρνησης κατά του κανονισμού.

Ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Το Κοινοβούλιο ανέκαθεν υποστήριζε την ενίσχυση του σεβασμού και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ΕΕ. Ήδη από το 1977, ενέκρινε, από κοινού με το Συμβούλιο και την Επιτροπή, κοινή δήλωση για τα θεμελιώδη δικαιώματα,στην οποία τα τρία θεσμικά όργανα δεσμεύτηκαν να διασφαλίσουν τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά την άσκηση των εξουσιών τους. Το 1979, το Κοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα με το οποίο υποστήριζε την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στην ΕΣΔΑ.

Το σχέδιο συνθήκης του 1984 για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης διευκρίνισε ότι η Ένωση πρέπει να προστατεύει την αξιοπρέπεια του ατόμου και να αναγνωρίζει για όλους όσους εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες που απορρέουν από τις κοινές αρχές των εθνικών συνταγμάτων και της ΕΣΔΑ. Προβλέπει επίσης την προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ. Με ψήφισμα της 12ης Απριλίου 1989, το Κοινοβούλιο διακήρυξε την έγκριση της Διακήρυξης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών.

Κάθε χρόνο από το 1993, το Κοινοβούλιο διεξαγάγει συζήτηση και εγκρίνει ψήφισμα σχετικά με την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ΕΕ, βάσει έκθεσης της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων. Επιπλέον, έχει εγκρίνει έναν αυξανόμενο αριθμό ψηφισμάτων που αφορούν συγκεκριμένα ζητήματα που αφορούν την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στα κράτη μέλη.

Το Κοινοβούλιο ανέκαθεν υποστήριζε την ΕΕ όσον αφορά τον εξοπλισμό της με το δικό της νομοσχέδιο δικαιωμάτων και ζητούσε να είναι δεσμευτικός ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Αυτό επιτεύχθηκε τελικά το 2009 με τη Συνθήκη της Λισαβόνας.

Πιο πρόσφατα, το Κοινοβούλιο υπέβαλε ορισμένες προτάσεις για την ενίσχυση της προστασίας στην ΕΕ όχι μόνο των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά και της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, και ευρύτερα όλων των αξιών της ΕΕ που καλύπτονται από το άρθρο 2 ΣΕΕ, προτείνοντας νέους μηχανισμούς και διαδικασίες για την κάλυψη των υφιστάμενων κενών. Σε διάφορα ψηφίσματα από το 2012, το Κοινοβούλιο έχει ζητήσει τη δημιουργία μιας επιτροπής της Κοπεγχάγης, καθώς και ενός ευρωπαϊκού κύκλου πολιτικής θεμελιωδών δικαιωμάτων, ενός μηχανισμού έγκαιρης προειδοποίησης, μιας διαδικασίας δέσμευσης και της ενίσχυσης του FRA.

Σε ένα ψήφισμα ορόσημο του 2016 για το θέμα αυτό, το Κοινοβούλιο ενοποίησε τις προηγούμενες προτάσεις του και ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει διοργανική συμφωνία για τη θέσπιση μηχανισμού της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα, ο οποίος θα βασίζεται σε σύμφωνο της Ένωσης με την Επιτροπή και το Συμβούλιο. Αυτό θα περιλαμβάνει ετήσιο κύκλο πολιτικής με βάση έκθεση που θα παρακολουθεί την τήρηση των αξιών της ΕΕ στην Ένωση, την οποία θα καταρτίζει η Επιτροπή και μια ομάδα εμπειρογνωμόνων, ακολουθούμενη από κοινοβουλευτική συζήτηση και θα συνοδεύεται από ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση κινδύνων ή παραβιάσεων. Το Κοινοβούλιο ζητεί επίσης ένα νέο σχέδιο συμφωνίας για την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ και αλλαγές στη Συνθήκη, όπως η κατάργηση του άρθρου 51 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, η μετατροπή του σε νομοσχέδιο της Ένωσης για τα δικαιώματα και η κατάργηση της απαίτησης ομοφωνίας για την ισότητα και την απαγόρευση των διακρίσεων. Σε έκθεση του 2020, το Κοινοβούλιο πρότεινε το κείμενο διοργανικής συμφωνίας για την ενίσχυση των αξιών της ΕΕ, την ανάπτυξη προηγούμενων προτάσεων και την προσθήκη δυνατότητας για επείγουσες εκθέσεις και τη δημιουργία διοργανικής ομάδας εργασίας.

Το 2018, το Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα με το οποίο χαιρετίζει την απόφαση της Επιτροπής να ενεργοποιήσει το άρθρο 7 παράγραφος 1 ΣΕΕ σε σχέση με την Πολωνία, καθώς και ψήφισμα σχετικά με την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 7 παράγραφος 1 σε ΣΕΕ σε σχέση με την Ουγγαρία, υποβάλλοντας αιτιολογημένη πρόταση στο Συμβούλιο καλώντας το να καθορίσει εάν θα μπορούσε να υπάρξει σαφής κίνδυνος σοβαρής παραβίασης των αξιών που αναφέρονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ και να απευθύνει κατάλληλες συστάσεις στην Ουγγαρία σχετικά με το θέμα αυτό. Το 2020, το Κοινοβούλιο ενέκρινε επίσης ψήφισμα για τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής των ανησυχιών που πρέπει να εξεταστούν στη διαδικασία του άρθρου 7 παράγραφος 1 ΣΕΕ σε σχέση με την Πολωνία.

Μετά τις δολοφονίες των δημοσιογράφων Daphne Caruana Galizia στη Μάλτα και Ján Kuciak και της αρραβωνιαστικιάς του στη Σλοβακία, και σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της παρακολούθησης και της δράσης του Κοινοβουλίου όσον αφορά τις αξίες του άρθρου 2 ΣΕΕ, η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (LIBE) δημιούργησε μια ομάδα παρακολούθησης για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Η ομάδα είναι επιφορτισμένη με την αντιμετώπιση απειλών κατά των αξιών της ΕΕ που αναδύονται σε ολόκληρη την Ένωση και την έκδοση προτάσεων δράσης στην επιτροπή LIBE.

ΠΗΓΗ ΑΠΕ-ΜΠΕ

Προηγούμενο άρθροΜαθαίνει
Επόμενο άρθροΞεκίνησε

Τελευταία άρθρα