Έντονη αντιπαράθεση στη Βουλή των Λόρδων προκάλεσε για ακόμη μία φορά το ζήτημα των Γλυπτών του Παρθενώνα, καθώς η βρετανική κυβέρνηση ξεκαθάρισε ότι δεν προτίθεται να προχωρήσει σε αλλαγή του νόμου που θα επέτρεπε τη μόνιμη επιστροφή τους στην Ελλάδα.

Η υφυπουργός Πολιτισμού Fiona Twycross δήλωσε ότι «η κυβέρνηση δεν σχεδιάζει να αλλάξει τον νόμο ή να εισαγάγει νομοθεσία που θα επέτρεπε τη μόνιμη επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα». Η τοποθέτηση αυτή ήρθε ως απάντηση σε ερώτηση του ανεξάρτητου κόμη του Κλάνκαρτι, ο οποίος ζήτησε να πληροφορηθεί αν έχουν εξεταστεί προτάσεις για την οριστική επανένωση των Γλυπτών.

Το επιχείρημα της πολιτιστικής επανένωσης

Ο κόμης του Κλάνκαρτι υποστήριξε ότι η διαμάχη δεν αφορά αποκλειστικά νομικά ή εθνικά ζητήματα, αλλά και την αισθητική και ιστορική ενότητα ενός κορυφαίου έργου τέχνης. Παραλληλίζοντας την κατάσταση με την «Γκουερνίκα» του Πάμπλο Πικάσο, διερωτήθηκε αν θα υπήρχε αντίστοιχη ανοχή στην περίπτωση που το έργο είχε τεμαχιστεί και εκτιθόταν σε διαφορετικά μουσεία.

«Δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε με τον ίδιο τρόπο και το αριστούργημα του Φειδία;» ανέφερε, προτείνοντας περιορισμένη τροποποίηση του νόμου, ώστε το ίδιο το Βρετανικό Μουσείο να μπορεί να αποφασίσει για την οριστική επιστροφή των Γλυπτών στην Αθήνα.

Διακομματικές φωνές υπέρ της επιστροφής

Υπέρ της ελληνικής θέσης τάχθηκαν βουλευτές από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους. Η Εργατική βαρόνη Τσακραμπάρτι αμφισβήτησε τη λογική μιας συμφωνίας μακροχρόνιου δανεισμού, χρησιμοποιώντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τα Κοσμήματα του Στέμματος. «Εάν κάποιος είχε αρπάξει ορισμένα από τα Κοσμήματα του Στέμματος, δεν νομίζω ότι θα ήμασταν τόσο ευχαριστημένοι με μια συμφωνία δανεισμού», δήλωσε.

Η βαρόνη Τζόουνς των Πρασίνων, πρώην αρχαιολόγος, επισήμανε ότι τα Γλυπτά αποκτήθηκαν από τις οθωμανικές αρχές και όχι από το ελληνικό κράτος. Αναφέρθηκε επίσης στην εικόνα του Παρθενώνα, όπου παραμένουν εμφανή κενά στα σημεία στα οποία βρίσκονταν αρχικά τα γλυπτά.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε η Φιλελεύθερη Δημοκράτισσα βαρόνη Χουσεΐν-Ετζέ, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα διεκδικεί την επιστροφή των Γλυπτών εδώ και δεκαετίες και έχει δημιουργήσει το Μουσείο της Ακρόπολης, προκειμένου να τα φιλοξενήσει κοντά στον αρχικό τους χώρο.

Η ίδια σημείωσε ακόμη ότι το Βρετανικό Μουσείο διαθέτει σημαντικό αριθμό αντικειμένων στις αποθήκες του, τα οποία θα μπορούσαν να εκτεθούν στη θέση των Γλυπτών. Ο λόρδος Άντινγκτον ρώτησε αν η κυβέρνηση θα διέθετε κοινοβουλευτικό χρόνο για νομοθετική αλλαγή σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας με την Ελλάδα, όμως η υφυπουργός απάντησε ότι τέτοια συμφωνία δεν υπάρχει προς το παρόν.

Ο νόμος του 1963 και η πρόταση του δανεισμού

Αντίθετη άποψη εξέφρασε ο Συντηρητικός υποκόμης Χέιλσαμ, προειδοποιώντας ότι η επιστροφή των Γλυπτών θα δημιουργούσε «ένα εξαιρετικά ατυχές προηγούμενο». Όπως υποστήριξε, τα βρετανικά μουσεία φιλοξενούν πλήθος αντικειμένων που αποκτήθηκαν στο εξωτερικό, συχνά υπό αμφιλεγόμενες συνθήκες, και μια επιστροφή θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες αντίστοιχες διεκδικήσεις.

Η Fiona Twycross υπενθύμισε ότι ο νόμος του 1963 απαγορεύει στο Βρετανικό Μουσείο να αποχωρίζεται οριστικά αντικείμενα των συλλογών του, με περιορισμένες εξαιρέσεις. Τόνισε επίσης ότι το Μουσείο λειτουργεί ανεξάρτητα από την κυβέρνηση, παραμένει όμως δεσμευμένο από το ισχύον νομικό πλαίσιο.

Η βρετανική κυβέρνηση παραπέμπει στις διαπραγματεύσεις του προέδρου του Βρετανικού Μουσείου, Τζορτζ Όσμπορν, για μια πιθανή συμφωνία μακροχρόνιου δανεισμού, με πρότυπο την Ταπισερί της Μπαγιέ. Η ελληνική πλευρά, ωστόσο, έχει επανειλημμένα απορρίψει την ιδέα ενός δανεισμού που δεν θα συνοδεύεται από αναγνώριση της ελληνικής κυριότητας και οριστική επανένωση των Γλυπτών.

Πολιτικό βάρος για την κυβέρνηση

Η αρνητική στάση της κυβέρνησης έχει και πολιτική διάσταση, καθώς ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ είχε στο παρελθόν υποστηρίξει την επιστροφή των Γλυπτών χωρίς όρους και είχε συμμετάσχει σε πρωτοβουλία για την τροποποίηση του νόμου του 1963.

Η συζήτηση στη Βουλή των Λόρδων καταδεικνύει ότι το ζήτημα παραμένει ενεργό στη βρετανική πολιτική σκηνή, ενώ οι πιέσεις για την επανένωση των Γλυπτών στην Αθήνα προέρχονται πλέον από ένα ευρύ, διακομματικό μέτωπο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *