Οι βουλευτικές εκλογές στο Ισραήλ ολοκληρώθηκαν χωρίς να προκύψει σαφής κοινοβουλευτική πλειοψηφία, καθώς οι δύο βασικοί πολιτικοί συνασπισμοί δίνουν μάχη στήθος με στήθος. Ο κεντρώος συνασπισμός του Γκάντι Άιζενκοτ εκτιμάται ότι συγκεντρώνει περίπου 52 έδρες, ενώ ο δεξιός και ακροδεξιός συνασπισμός υπό τον Μπενιαμίν Νετανιάχου περίπου 50, αρκετά μακριά από τις 61 έδρες που απαιτούνται για την πλειοψηφία στην Κνέσετ των 120 εδρών.

Η κατανομή των εδρών αφήνει ανοιχτά αρκετά ενδεχόμενα. Οι πολιτικές διαπραγματεύσεις αναμένεται να είναι δύσκολες, ενώ καθοριστικό ρόλο ενδέχεται να διαδραματίσουν τα αραβικά κόμματα, πιθανές αποσκιρτήσεις βουλευτών και οι σχέσεις μεταξύ των μεγαλύτερων παρατάξεων.

Κυβέρνηση συνεργασίας

Μετά την επίσημη ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ο πρόεδρος Ισαάκ Χέρτσογκ θα αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον υποψήφιο που θα θεωρήσει ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσει την υποστήριξη 61 βουλευτών.

Η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες. Μετά τις εκλογές του 2022, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου χρειάστηκε 58 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας. Το Λικούντ αναμένεται να παραμείνει το κόμμα με τις περισσότερες έδρες, περίπου 24 έως 25, όμως ο σχηματισμός ευρύτερης συμμαχίας θεωρείται δύσκολος, καθώς οι βασικοί σύμμαχοί του προέρχονται κυρίως από την ακροδεξιά και τα υπερορθόδοξα κόμματα.

Από την άλλη πλευρά, ο συνασπισμός του Γκάντι Άιζενκοτ θα μπορούσε να αναζητήσει στήριξη είτε μέσω μετακινήσεων βουλευτών από το στρατόπεδο του Νετανιάχου είτε μέσω των αραβικών κομμάτων. Οι δύο αραβικές λίστες εκτιμάται ότι μπορεί να καταλάβουν συνολικά 17 έως 18 έδρες, αριθμός που θα τους καθιστούσε ιδιαίτερα σημαντικούς για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Κυβέρνηση μειοψηφίας

Εάν κανένας από τους δύο βασικούς συνασπισμούς δεν καταφέρει να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία, υπάρχει το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης μειοψηφίας. Σε αυτή την περίπτωση, η κυβέρνηση θα αναζητούσε κοινοβουλευτική στήριξη από διαφορετικές παρατάξεις, ανάλογα με το κάθε νομοσχέδιο ή κρίσιμη ψηφοφορία.

Οι αραβικές πολιτικές λίστες θα μπορούσαν να αναδειχθούν σε ρυθμιστές των εξελίξεων. Το κόμμα Ραμ του Μανσούρ Αμπάς, το οποίο εκτιμάται ότι μπορεί να εξασφαλίσει έως και επτά έδρες, έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι είναι ανοικτό σε συνεργασία με τον κεντρώο συνασπισμό. Παράλληλα, η Ενωμένη Λίστα έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να προσφέρει κοινοβουλευτικό δίχτυ ασφαλείας σε μια κυβέρνηση που θα απομάκρυνε τον Νετανιάχου από την εξουσία.

Ωστόσο, αρκετά στελέχη της αντιπολίτευσης έχουν αποφύγει να υποστηρίξουν δημοσίως ένα τέτοιο σενάριο, λόγω της αρνητικής στάσης σημαντικού τμήματος του εβραϊκού εκλογικού σώματος απέναντι στη συνεργασία με αραβικά κόμματα. Ο Νετανιάχου αξιοποίησε το ζήτημα κατά την προεκλογική εκστρατεία, παρουσιάζοντας μια πιθανή συνεργασία της αντιπολίτευσης με τις αραβικές παρατάξεις ως απειλή για τη χώρα.

Κυβέρνηση εθνικής ενότητας

Ένα τρίτο ενδεχόμενο είναι η δημιουργία κυβέρνησης εθνικής ενότητας, παρά την έντονη πολιτική πόλωση. Το σενάριο θα μπορούσε να περιλαμβάνει συνεργασία μεταξύ των λεγόμενων σιωνιστικών κομμάτων, χωρίς τη συμμετοχή των αραβικών παρατάξεων και των υπερορθόδοξων κομμάτων.

Δημοσκόπηση που είχε δημοσιευθεί στα μέσα Οκτωβρίου έδειχνε ότι το 55% των Ισραηλινών θα προτιμούσε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας αντί για νέες εκλογές, σε περίπτωση που δεν προέκυπτε καθαρός νικητής.

Υπάρχει, μάλιστα, πρόσφατο προηγούμενο. Το 2020, ο Νετανιάχου και ο κεντρώος Μπένι Γκαντς συμφώνησαν να μοιραστούν την πρωθυπουργία, έπειτα από τρεις εκλογικές αναμετρήσεις σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους. Η συμφωνία προέβλεπε εναλλαγή στην πρωθυπουργική θέση, όμως κατέρρευσε πριν συμπληρωθεί ένας χρόνος και οδήγησε τη χώρα σε νέα προσφυγή στις κάλπες.

Παρά τις πληροφορίες ότι ο πρόεδρος Χέρτσογκ επιδιώκει να ενθαρρύνει μια προσέγγιση μεταξύ Νετανιάχου και Άιζενκοτ, τα δύο βασικά πολιτικά στρατόπεδα έχουν απορρίψει μέχρι στιγμής το ενδεχόμενο συνεργασίας. Ιδιαίτερα η αντιπολίτευση είχε μετατρέψει τις εκλογές σε δημοψήφισμα κατά του απερχόμενου πρωθυπουργού.

Αδιέξοδο και νέες εκλογές

Το τέταρτο σενάριο είναι η αποτυχία σχηματισμού κυβέρνησης και η επιστροφή των ψηφοφόρων στις κάλπες. Το Ισραήλ έχει αντιμετωπίσει παρόμοια πολιτικά αδιέξοδα στο παρελθόν, με τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις μεταξύ Απριλίου 2019 και Μαρτίου 2021, καθώς τα κόμματα δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν σε ένα σταθερό κυβερνητικό πρόγραμμα.

Ο υποψήφιος που θα λάβει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης θα έχει αρχικά 28 ημέρες για να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις, με δυνατότητα παράτασης 14 ημερών. Εάν αποτύχει, μπορούν να ακολουθήσουν νέες κοινοβουλευτικές διαδικασίες πριν από την πιθανή διάλυση της Κνέσετ.

Μια νέα προεκλογική περίοδος θα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την πολιτική σταθερότητα του Ισραήλ, το οποίο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου 2023 και των περιφερειακών πολέμων. Μέχρι να σχηματιστεί νέα κυβέρνηση, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου παραμένει υπηρεσιακός πρωθυπουργός.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *