Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους εξελίχθηκε η κοινοβουλευτική αντιπαράθεση μεταξύ του υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη και της προέδρου της Πλεύσης Ελευθερίας Ζωής Κωνσταντοπούλου, με την ένταση να κορυφώνεται κατά τη διάρκεια της συζήτησης στη Βουλή.
Οι δύο πολιτικοί αντάλλαξαν σκληρές προσωπικές και πολιτικές επιθέσεις. Ο κ. Γεωργιάδης χρησιμοποίησε απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς εις βάρος της κ. Κωνσταντοπούλου, ενώ εκείνη τον κατηγόρησε για προσβλητική συμπεριφορά και για εργαλειοποίηση αναφορών ψυχιατρικού περιεχομένου στην πολιτική αντιπαράθεση.
Η σύγκρουση συνδέθηκε αρχικά με αναφορές της προέδρου της Πλεύσης Ελευθερίας στην παλαιότερη επαγγελματική δραστηριότητα του υπουργού, καθώς και με κατηγορίες σχετικά με ιδεολογικές τοποθετήσεις και βιβλία που είχε διαθέσει στο παρελθόν. Η κ. Κωνσταντοπούλου αναφέρθηκε επίσης σε ζητήματα ιστορικής μνήμης και σε τοποθετήσεις στελεχών της Νέας Δημοκρατίας για την περίοδο πριν και κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Απαντώντας, ο Άδωνις Γεωργιάδης χαρακτήρισε τη Ζωή Κωνσταντοπούλου «την καλύτερη φίλη του Ηλία Κασιδιάρη», υποστηρίζοντας ότι, κατά την περίοδο που ήταν πρόεδρος της Βουλής, είχε αντιταχθεί στον αποκλεισμό βουλευτών της Χρυσής Αυγής από το Κοινοβούλιο. Παράλληλα, απέδωσε τη σημερινή στάση της σε πολιτικούς υπολογισμούς και στον ανταγωνισμό για την εκλογική επιρροή.
Ιδιαίτερο μέρος της αντιπαράθεσης αφορούσε την ερμηνεία ιστορικών γεγονότων. Ο υπουργός Υγείας αναφέρθηκε στο Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ, τη συμφωνία μη επίθεσης που υπέγραψαν το 1939 η Σοβιετική Ένωση και η ναζιστική Γερμανία, ενώ τόνισε ότι το «Όχι» της 28ης Οκτωβρίου 1940 το είπε ο Ιωάννης Μεταξάς.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου επέμεινε στην κριτική της, υποστηρίζοντας ότι ο υπουργός Υγείας δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιεί αναφορές που συνδέονται με την ψυχική υγεία για να σχολιάζει πολιτικούς αντιπάλους. Από την πλευρά του, ο κ. Γεωργιάδης απάντησε ότι δεν αναφερόταν προσωπικά σε εκείνη και πως η ίδια θεώρησε τον εαυτό της στόχο.
Η ένταση μεταφέρθηκε και στη διαδικασία της συζήτησης, με διαφωνίες για τη δυνατότητα δευτερολογίας και τον χρόνο παρέμβασης. Οι συνεχείς παρεμβάσεις από τα έδρανα και οι εκατέρωθεν καταγγελίες επισκίασαν σε μεγάλο βαθμό την ουσιαστική συζήτηση επί του νομοσχεδίου.
Το επεισόδιο προκάλεσε νέες αντιδράσεις για το επίπεδο του κοινοβουλευτικού διαλόγου, καθώς οι προσωπικές επιθέσεις και οι βαρείς χαρακτηρισμοί κυριάρχησαν έναντι της τεκμηριωμένης πολιτικής αντιπαράθεσης.